24.6.13

Βόρειο

Δυο λόγια φτάνουν να γυρίσει το μυαλό
στα κρύα βράδια πλάι στον Θερμαϊκό,
όταν ρωτούσες τον καιρό πού θα σε βγάλουν
τα επόμενά σου βήματα

Εκεί, που μέσ' από λέξεις κι αγκαλιές
και φίλους και γέλια και σκέψεις
έμαθες να σκαρφίζεσαι, τις νύχτες,
τρόπους να γαληνεύεις την ψυχή

Μα τώρα πια δε λειτουργεί κανείς τους...
Έχεις αλλάξει, σ' έχει ποτίσει
θλίψη η πουτάνα η ζωή κι η ατυχία·
και νά 'σαι εδώ, σ' ένα άδειο σπίτι,

στον καπνό ενός τσιγάρου να βλέπεις τον Βαρδάρη,
στα λεπτά της ησυχίας ν' αναρωτιέσαι αν πρέπει
κάποια στιγμή να επιστρέψεις
εκεί που δεν υπήρχε τόση μοναξιά.

Μα βλέπεις, είναι κάτι που σου λέει
"περίμενε, άντεξε λίγο ακόμα"
Και κατά βάθος το γνωρίζεις, πως αυτή
ήταν ο λόγος που δεν έφυγες ποτέ.

10.6.13

Άδειο σαν εμένα.

Δεν ξεπέρασα.



Συνήθισα.


9.6.13

Σ' ένα άδειο από χαμόγελα σπίτι
χαζεύεις τα "υπάρχοντά" σου:
πιάτα, πιρούνια, περιττά...
Ο χρόνος, περιττός κι αυτός.
Περιττό ό,τι δε μοιράζεσαι.

Ακόμα κι ο ύπνος
σου φαίνεται μάταιος
δίχως το σώμα που αγάπησες.

Συνήθισες, λες –
μα δε συνηθίζεται.
Δεν ξεγελάς κανέναν.
Κι όταν μονολογείς,
σου φαίνεται αστείο πια.

Κάνεις πως συνεχίζεις,
μα σε κάθε βήμα
κοιτάς προς τα πίσω
κι αναρωτιέσαι
πού πηγαίνεις.

Τσιγάρα, νότες, αλκοόλ.
Οι φίλοι του Σαββάτου.
Της Κυριακής.
Της κάθε ημέρας.
Της νέας ζωής σου.


4.6.13

Το ξέρω

Το ξέρω,
θα ζήσω με όλα αυτά που έμειναν μισά
κάπου στα βάθια μου φυλακισμένα
-σαν καταδικασμένα πιτσιρίκια
που τόλμησαν να μάθουν την αγάπη...

Το ξέρω,
κάπου μέσα μου θα σέρνω πάντα,
καταραμένα και λειψά,
τα πιο γλυκά μου όνειρα
μαζί με τ' όνομά σου...

Κι εσύ, το ξέρω,
ότι δεν ήσουν σαν τις άλλες,
πως δε θα είσαι σαν καμιά.
Γιατί για πάντα θα θυμάμαι το άρωμά σου
στις πιο απλές ή δύσκολες αγκάλες...

Γιατί μονάχα μια φορά ζυγώνεις το γραφτό σου·
κάθε τι άλλο είναι απλώς φάρμακο για τον πόνο.