13.6.12

Περπάτησες...
Χιλιόμετρα, χρόνια
μέσα σε δρόμους μοναξιάς,
ανάμεσα από ανθρωπόμορφες ασυνείδητες αναίσθητες υπάρξεις
Με σκυμμένο κεφάλι να μετράς σταγόνες στις λακούβες των δρόμων...
Με τα χέρια να παίζουν άσκοπα τις τρύπες στις τσέπες του σακακιού σου...

Έμεινε ένα ψίχουλο

Δεν έχει γεύση πια
Ποτέ δεν είχε, αλήθεια...

Λοιπόν,
κάπου θα βολέψεις την περιουσία σου κι αυτό το βράδυ·
τα μπαλώματά σου·
τον μούργο που μοιράζεται τις σκέψεις σου

Δεν περιμένεις θαύματα από κατ' όνομα και μόνον ανθρώπους -
δεν περιμένεις Κράτος,
δεν περιμένεις να σωθείς

Αφήνεσαι

Δεν βοήθησαν ποτέ τα δάκρυα...
Μην κλάψεις, δεν υπάρχει λόγος·
άσε τον ουρανό να κλάψει επάνω σου...

Πάλι βρεγμένος θα κοιμηθείς
Πάλι βρεγμένοι οι δυο σας
με τον μούργο σου.

Μα μη λυπάσαι
Ο ήλιος το πρωί θα σε στεγνώσει

κι οι ανθρώποι περισσότερο.



12.6.12

Ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις το αύριο
Κάλλιο να σκέφτεσαι με πάθος τη στιγμή σου,
να τη βαστάς σφιχτά και να τη νιώθεις

Γιατί, στο λέω,
'κει που πνίγεσαι, δίχως ποτέ να πεθαίνεις,
έρχεται ένα χέρι να σε τραβήξει
και να σε καθίσει στον θρόνο σου

Βρίσκεις ό,τι σου έλειπε πάντοτε,
όταν αρχίζει να σε κουράζει επικίνδυνα
η απιστία στις εκπλήξεις της ζωής

και βγαίνεις πάλι στο ηλιόφως
όταν αρχίζεις να καταλαβαίνεις
πόσο μισείς το αγαπημένο σου σκοτάδι

Πάντοτε σε περίμενε η ζωή, κατάλαβέ το...