9.9.11

Μεγαλούπολη

Απ' όλο το σκότος που βασιλεύει
μέσα σε τούτο το παρατημένο δωμάτιο,
στέκομαι και κοιτάζω αυτήν εδώ τη γωνιά,
λίγο πιο μέσα από το παράθυρο,
κάπου μισό μέτρο από τον τοίχο.

Εδώ είναι που ακουμπούσε το κεφάλι σου,
όταν ζαλισμένη ξάπλωνες κοντά μου
και σ' έπαιρνε ο ύπνος όμορφα, ζεστά,
μ' ένα βιβλίο στο χέρι...

Κι από τους ήχους τους ανάκατους
μέσα στο βουητό της μεγαλούπολης,
έναν μονάχα ξεχωρίζω και αγαπάω ακόμα·
το γλυκό κελάρυσμα των αηδονιών,
που κάθε βράδυ μας ταξίδευε στο ανέφικτο,
στη λευτεριά... στη διαφυγή...
και στην Αγάπη.

. . .

Έκλεισα την πόρτα.
Έκλεισα τα μάτια μου.

[αναστεναγμός]

Αφήνω πίσω μου τη μεγαλούπολη.
Θα σε ξεχάσω.

1.9.11

Χαραμάδα

Και στις πιο όμορφες στιγμές
υπάρχει αυτή του χρόνου
η
χαραμάδα η στενή
- η ρημάδα -
κι ο νους σου κρυφοβλέπει προς τα 'κει...

Δείχνεις το γέλιο σου, απλό,
γλυκό κι εμείς θαρρούμε
πως δε σε μέλλει τίποτε,
πέρα από τη στιγμή που ζούμε!

Κάνουμε λάθος...

Φεύγεις, όταν το ηλιόφως σε χτυπά
και σου θυμίζει εικόνες:
πώς έτρεχες, πώς έκλαιγες,
πώς έπαιρνες φιλιά,
πώς μάλωνες, πώς φίλιωνες
και πώς ερωτευόσουν...

Κάτι από τότε σε καλεί
μέσ' απ' τη χαραμάδα
- τη ρημάδα -
κι όλο νομίζω πως αυτό
που πρέπει να ξεχάσεις
δε θα σ' αφήσει πια ποτέ

Στιγμές-στιγμές θα αναπολείς,
θα φεύγεις, θα σε χάνω,
μέσα απ' του χρόνου τη σχισμή
θα κρυφοταξιδεύεις

Κι εγώ θα μένω δίπλα σου,
δίχως να σ' εμποδίζω
Όταν γυρνάς απ' τα παλιά
να σε καλωσορίζω