22.6.11

Κάποια στιγμή το σούρουπο συνάντησε τον ορίζοντα,
όπως αχνοφαινόταν χιλιόμετρα μακριά μας.
Κι ήρθε και γλύκανε η στιγμή, όταν το κύμα
μάς βάπτισε μες στα ζεστά ύδατα του κόσμου
και μας ζωντάνεψε μ' απόκοσμες ανάσες...

Τ' όνομά σου ήταν κι αυτό
γραμμένο πρόχειρα στην άμμο που υγραινόταν -
κι ώσπου να πούμε "ας φύγουμε" είχε σβήσει,
να ξεχαστεί μες στους αιώνες, στους αιώνες...

...

Χρόνια μετά
με ρωτούν για την αγάπη που ξεχάστηκε,
'κείνη που υμνώ και περιγράφω χρόνια τώρα:
Τι έζησα, πώς έγινε, αν χάθηκε.
Και τι να πω, που ούτε κι εμείς δεν απαντούμε
στον εαυτό μας, κάθε που έρχεται το δάκρυ...

Ένας καθρέφτης μοναχά μας απομένει,
να του ιστορούμε τις αλήθειες και τα πάθη -
κι όλα τα λάθη
να τα κρατάμε μέσα στην ψυχή μας,
που αγόγγυστα απλώς μας υπομένει.

15.6.11

Inner Silence



When the silence beckons,
And the day draws to a close,
When the light of your life sighs,
And love dies in your eyes,
Only then will I realise,
What you mean to me.



5.6.11


Κι όταν η αύρα έφτασε από κάπου μακριά,
παραδίδοντάς μου το ξεψύχημα μια άλλης ακρογιαλιάς,
είχες ήδη φύγει.
Από μέρες φαινόταν πως ο ήλιος με κορόιδευε
κι ήταν τα πρωινά τόσο ψεύτικα,
που μόνο το πάθος θα εμπόδιζε την αποκάλυψή τους.
Μα το είχα το πάθος
- το πάθος και το πάθημα -
κι έτσι εγκλωβίστηκα.
Είπα "θα έρθει" - και περίμενα...
Ύστερα "ο χρόνος θα σταμάτησε,
δε βαριέσαι, θα αρχίσει ξανά".
Κι ο κόσμος γελούσε και συμπονούσε συγχρόνως
τούτο τον άνθρωπο με το τσιγάρο,
που γευόταν ανέμελος το ξεψύχημα των γιαλών.

Έφτασα ως κάτω, αναγεννήθηκα
μέσα από τη φλόγα του καημού μου.
Ποτέ ξανά δε σε περίμενα.



Πόσο ακόμη

Πόσο θα αντλώ ακόμη
από την εντύπωση του περιγράμματός σου
επάνω στα τοιχώματα του μυαλού μου

Πόσο θα αντλώ ακόμη
από τις τελευταίες νότες της φωνής σου
στους διαδρόμους της φαντασίας μου

Πόσο θα αντλώ ακόμη
από την ψευδαίσθηση του αγγίγματός σου
επάνω στο άγονο δέρμα μου

το κουράγιο

να ξεχάσω επιτέλους

την ύπαρξή σου;


4.6.11

Γιώργος Θέμελης - "Μάταια πράγματα"

Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ' έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

Κανείς

Κανείς.

"Τα άστρα"

Μια νύχτα κοίταξα στα λαμπερά σου μάτια,
και είδα εσένα.
Είδα κι εμένα.
Άγγιξα τα μαλλιά σου,
και ένιωσα τον έρωτα.
Με κράτησες στην αγκαλιά σου,
και γίναμε ένα.
«Μου αρέσουν τα άστρα!»,
είπες.
Κι εγώ αγάπησα τα άστρα,
κι αγάπησα εσένα,
και μόνο αφού μ’ αγάπησες εσύ
κατάφερα ν’ αγαπήσω τον κόσμο ολόκληρο,
μαζί κι εμένα.

[του Κωνσταντίνου Μαρτίνη]