28.3.11

Πόλη χιόνι...


23.3.11

Πιάσε τα χέρια μου να ζεσταθείς
Έτσι που κρύωσε ο κόσμος, δε σε μαλώνω...
Κι εγώ προσέχω για να είμαι εδώ, για σένα

Μόνο άσε τα βλέφαρα να πέσουν, να σβήσουν
αυτό το ολόλαμπρο το βλέμμα σου,
φτάνει τόσο -
γιατί μ' αρέσει, όταν αποκοιμιέσαι,
η νύχτα που επάνω σου απλώνει το μανδύα της
Γιατί λατρεύω, όταν κουρνιάζεις κουρασμένη,
το ημίφως που κρεμιέται από πάνω σου,
σα να ξορκίζει και να στέλνει μακριά
κάθε σου θλίψη, την ώρα που κοιμάσαι

...

Γιατί ποτέ δεν έπαψα να νιώθω πως κουρνιάζεις
μέχρι και σήμερα στο πλάι μου, χαρά μου...
Κι ακόμα σβήνω το βλέμμα μου τα βράδια,
πιστεύοντας πως θα σε βρω κοντά μου το πρωί

Ο ανόητος...
Πώς να σε ζεστάνω;

Τα χέρια μου είναι κρύα σαν τη ζωή μου...

Σάρκα

Ποιος να προσευχηθεί
και πώς να δει με την καρδιά του;

Εδώ ξεχάσαμε πως έχουμε καρδιά


Μόνο η σάρκα μας κάνει να υπάρχουμε,
χωρίς αυτή θα χάναμε το δρόμο...
Με μια κούπα τσάι θα ξεχάσουμε τα πάντα
και με μια οθόνη απέναντι ακόμα καλύτερα
Θε μου πώς γινήκαμε τόσο ξένοι
απέναντι στους άλλους, απέναντι στον Άνθρωπο...

Ένα τσιγάρο υπόθεση να σβήσουμε τη μνήμη -
μια ρουφηξιά και μπήκαμε ξανά στο καύκαλό μας.

18.3.11

Ποτέ ξανά



Ποτέ ξανά δε θα αφήσω
από τα χέρια μου να φύγει τέτοιο φως
όταν ο ήλιος του χειμώνα θα μεθάει
εγώ τα χέρια μου θα βλέπω τη φωτιά του

Ποτέ ξανά δε θα μεθύσω
με το κρασί από τα αμπέλια μιας βραδιάς
όταν η μνήμη μου ξανά θα μ' απατάει
πάλι στα χέρια μου θα έχω τα σημάδια

Δεν θέλω πια στους ουρανούς
τα αστέρια που ‘'κρυψε το φως να κυνηγώ
Δεν θέλω πια χίλιους θεούς
μαζί και άνεμους τρελούς ν' ακολουθώ

Ποτέ ξανά δε θα γκρεμίσω
πόρτες και σύνορα που βγάζουν μακριά
Θέλω μονάχα αληθινά να σου μιλήσω
πάλι όπως πρώτα τα φτερά μου να ανοίξω

Δε θέλω πια στους ουρανούς
τα αστέρια που ‘'κρυψε το φως να κυνηγώ
Δε θέλω πια χίλιους θεούς
μαζί και άνεμους τρελούς ν' ακολουθώ


17.3.11

Οι παλιές αναμνήσεις


Στην άκρη έβαλα τις παλιές αναμνήσεις

σαν τον ξερό καπνό που πρέπει να πετάξεις.

Θα τις αφήσω να σιγοσβήσουν στη σιγαλιά τους,

ό,τι ήταν για να πάρω μου το χάρισαν...

Σα νερό

edge of.JPG

Σα νερό

Σα νερό περνάνε οι αγάπες μου

Οι νύχτες και το φως της μέρας

Με φουσκοθαλασσιές και κύματα

Με κάλμα και αέρα

Σα νερό περνάει κι η ζωή

Μαζί με τις υποσχέσεις σου



[έγραψε η Penthesileia]

Λίγο ακόμα

Κράτα με κοντά σου λίγο ακόμα
Αν με αφήσεις να φύγω μπορεί να σβήσω
όπως η στάλα στο βρεγμένο πεζοδρόμιο

Για λίγο ακόμα χάρισέ μου την ανάσα σου
Τη χρειάζομαι όπως η ξεραμένη γη
τα φορτωμένα με βροχές πελώρια σύννεφα

Αν θέλεις, κράτα με ακόμα λίγο
Αν θέλεις...
Αν μπορείς...
Αν γίνεται...
Μικρέ
ο κόσμος είναι μεγαλύτερος απ' όσο νομίζεις
κι η γη η τρελή στριφογυρνά στο άπειρο σύμπαν
Τ' αστέρια δεν κινούνται, φίλε μου,
χαζεύουν τη ματαιότητά μας,
τον άσκοπο υστερικό χορό μας

Εμείς κινούμαστε -
εμείς φεύγουμε από το τώρα...
Κάποτε κυνηγούσαμε την τροφή μας,
τώρα κυνηγούμε αυτά που θα μας σπαράξουν...

Μικρέ
ζήσε τον αέρα, ζήσε το φως,
ζήσε τον ήλιο, το γέλιο, την ελευθερία
Μη ρωτάς ακόμα
Μη χαλάς ακόμα την ψυχή σου

Ζήσε
'Σεις δεν έχετε σύνορα
Εμείς είμαστε καμμένοι

15.3.11

Αρνούμαι

Δε θέλω να βλέπω πια τους δρόμους
που κατεβάζουν τις χαρές των ανθρώπων
στον τόπο της απουσίας μας
Είμαστε ανύπαρκτοι αστερισμοί
σε ένα χάρτη απόγνωσης
που μας έπεισε πως υπήρξαμε
λίγο πριν.

Κοίτα που αφήνουμε τα σπίτια μας –
επιτέλους βρήκαμε τη γαλήνη των κυμάτων
Κι όταν σκύβουμε να γελάσουμε σαν παιδιά
με τα καθρεφτίσματά μας,
θυμόμαστε – πώς ξεχαστήκαμε; –
και γελάμε δυνατά, αφήνοντας
τον ουρανό να μας διασχίσει.

Κατάληξη

Σαν κουρέλια στο πάτωμα
μέσα στη σκόνη και τις αδύναμες αχτίδες
ενός ήλιου που ιδρώνει να τρυπώσει
από ένα σπασμένο παράθυρο
αντικρίζω ένα-ένα τα φιλιά μας
κι όπως ένα παιδί που κλαίει
όταν το κύμα του γκρεμίζει το καστράκι
έτσι βουρκώνω με περισσή αγάπη
και λύπη συνάμα για εκείνη που έχασα.

Τα καλοκαίρια μάς έβαψαν σε χρώματα
απίστευτα μουντά και θλιμμένα
και οι ουρανοί δεν τρέχουν πια
να μας παρηγορήσουν...

8.3.11

Ταυτόχρονα

Σε μιαν άλλη άκρη του κόσμου
κάτι θα βλέπεις, ίσως να γελάς,
ίσως να φοβάσαι, να ησυχάζεις.

Τώρα θα κοιμάσαι,
μ’ ένα κομμάτι του εαυτού σου που αγάπησα
κρυμμένο κάτω απ’ τα σκεπάσματα
κι έν’ άλλο χαμένο μες στη νύχτα.

Αυτό που χάσαμε δεν ξαναβρίσκεται έτσι απλά...
Θέλει Υπομονή, Ελπίδα, Στέρηση...
και μια ψυχή που να φωνάζει «Αγαπώ!»

Τέτοιες στιγμές δεν έρχονται από μόνες τους,
αυτά τα βράδια δε μοιάζουν με κανένα άλλο.
Κι όλη η σιωπή που σώσαμε
μέσ’ από το χαμό του κόσμου
δε μαζεύεται εύκολα ξανά.

Θέλει να πιστέψεις
πως μέσα στα κενά μπορεί να κρυφτεί ένα όνειρο
κι απ’ το «τίποτα» κάτι να φεγγίσει

κι από τη νύχτα αυτή την αδειανή
μια ελπίδα για ομορφότερη ζωή να λάμψει
και να σε ξενυχτήσει.

7.3.11

Περίμενα χρόνια
για να σε βρω και να σε χάσω...
Κι όταν βαδίζω στο ίδιο σημείο
που χάιδεψα τα μαλλιά σου τελευταία φορά
σκέφτομαι καμιά φορά να μείνω εκεί,
άλλα τόσα χρόνια να περιμένω
μήπως και ξανάρθεις
Και ταυτόχρονα βιάζομαι να φύγω
μην και καταλάβουν όλοι
ότι το νόημα έχει πια χαθεί

και χαθώ σαν άνθρωπος...


Πες μου ένα λόγο που να μπορεί
να γραφτεί στο κύμα και να μη χαθεί
Μίλα μου για ένα όνειρο που να μπορεί
να μείνει στη μνήμη για μια ζωή

Δώσ’ μου ένα φως που να μπορεί
να φέξει τα σκότη της ανθρώπινης ψυχής...

Η μέρα αύριο θα είναι διαφορετική
Εγώ εκεί, εσύ εδώ...
εγώ να μισώ κι εσύ ν' αγαπάς,
να θέλεις να 'σαι εκεί κι εγώ εδώ,

το άλλο μου μισό να καταστρέφω -
κι εσύ να το κάνεις θεό.

4.3.11

Τα πταίσματά μας

Τα πταίσματά μας δεν τα έμαθε κανένας…
Εγώ σιγόσβηνα στο κυνήγι της τρέλας
κι εσύ – αγαπώντας με – δε με σταμάτησες με λόγια·
μα με την υπομονή που σ’ έκανε να περιμένεις
μέσ’ από την αγκαλιά
να βγάλουμε τη μελωδία εκείνη,
που θα παρακαλέσει τους αγγέλους για ένα φιλί στη γη.


Τώρα κατέβηκες για λίγο – πού να’ σαι; – και χάθηκες
κι ο Κόσμος,
σαν ένα κλειστό όστρακο στα βάθη του ουρανού,
μ’ έκλεισε μέσα στην ασφυξία του.
Όταν περνάς από έξω, σε αναγνωρίζουν οι ακοές των ανθρώπων,

φωνάζουμε, χτυπάμε, απελπιζόμαστε,
εγώ ορκίζομαι να σου μιλήσω.

Το ξέρω πως κάπου κάπου έρχεσαι με μια φιάλη οξυγόνο,
μα η σωτηρία μας είναι ανέφικτη δίχως αγάπη…
Τι να το κάνουμε το οξυγόνο –
αφού ξεχάσαμε πώς να ανασαίνουμε.

ΙΙ. Η άμμος και τα σαράκια

Είναι στιγμές που, εκ των υστέρων ή κατόπιν εορτής, εύχεσαι να είχαν κρατήσει για χρόνια, για μήνες, μέρες, ώρες ή λίγα λεπτά παραπάνω! Τέτοιο μεγαλείο κρύβουν… Τον κύριο Χρόνο τον εκτιμάς αναδρομικά, και οι θησαυροί του συνήθως λατρεύονται ετεροχρονισμένα. Η αλήθεια είναι ότι 86400 δευτερόλεπτα περιμένουν να πέσουν «θύματα» εκμετάλλευσης κάθε ημέρα· και πώς γίνεται από τη δική μας οπτική να είμαστε διαρκώς θύματα του προαναφερθέντος κυρίου; Αποδεικνύεται, θα έλεγα, πως ο άνθρωπος ήταν και είναι η πιο εγωίστρια ύπαρξη του σύμπαντος. Αφήνοντας – κλασικό παράδειγμα πια – την άμμο να κυλήσει ανάμεσα στα δάχτυλά του, στη συνέχεια παραπονιέται που η ακρογιαλιά είναι τόσο μικρή σε έκταση!

Ξεκίνησα να γράφω για στιγμές… Λοιπόν, όταν κάθεται δίπλα σου, όταν σε κοιτά και μιλά για θέματα διαφορετικά (πράγμα που σημαίνει ότι σε βλέπει διαφορετικά απ’ ότι τους άλλους – και να! ο εγωισμός μου ξεπήδησε μέσα από μια απλή πρόταση…), όταν γλυκογέρνει σου στον ώμο, απλώς το ζεις, έτσι δεν είναι; Δεν κάθεσαι να σκεφτείς όλα τα παραπάνω… Και μάλλον έτσι πρέπει – δεν αντιλέγω· ουδείς μπορεί. Ωστόσο, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα, σχετικά με το πόσο βαθιά βυθίζεσαι κάθε φορά μέσα στα «χρονοκύτταρα» της φωτεινής – οπωσδήποτε και της σκοτεινής – πλευράς της ζωής.

Το σίγουρο είναι πως, όταν οι στιγμές αυτές σου ανεμίζουν το μαντήλι του αποχαιρετισμού, νοιώθεις τη θλίψη να κοντεύει με ταχύτητα· κι εκεί ακριβώς ο χρόνος – που προηγουμένως σου ήταν αδιάφορος ή έστω σου φαινόταν πως κυλούσε με νωθρότητα, αργά, σαν ένα ρολόι ετοιμοθάνατο – αρχίζει να επιταχύνει ξαφνικά την απειλητική του (πλέον) πορεία.

[Τέτοιες στιγμές καταλαβαίνω πόσο λείπεις και προσπαθώ, δίχως ποτέ να ξεχαστώ, με μια παρέα από αστέρια· σαν αλήτης που κυνηγάει συντροφιά στον ουρανό…]

Πέρασαν οι μέρες εκείνες· κι αυτή έμεινε κυρίως σαν ανάμνηση ή, αν θέλεις, σαν ένα ιδιαίτερο βίωμα. Οι ώρες που διαπότισε δημιουργικά και απρόσμενα η παρουσία της κλειδώθηκαν σε ένα χρονοντούλαπο της προσωπικής μου ιστορίας και το καταραμένο το κλειδί χάθηκε ίσως σε κάποια λίμνη εξωκοσμική, ξέπεσε σε έναν απόκοσμο υπόνομο ή – η πιο απαισιόδοξη υπόθεση – δεν υπάρχει πουθενά και δε βρίσκεται παρά μονάχα από το Θεό. Συν τοις άλλοις, τα σαράκια του γνωστού πια κυρίου («κύριος» λόγω ηλικίας, βέβαια) θα έρθουν αναμφίβολα να σιγοφάνε τα απομεινάρια αυτής της ανάμνησης, έτσι που να μείνει από μένα ένα μορμολύκειο απελπισμένο και με ραγισμένους τους θύλακες της μνήμης.

[…μόνο να φεύγω μακριά σου, με τα χρονικά της ύπαρξής σου καταχωμένα θραύσματα στις μνήμες μου.]