28.2.11

Ελπίς απονίψεως

Σκέφτηκα να ξαγρυπνήσω ως το χάραμα, για να μπορέσω ν’ ακούσω και πάλι εκείνα τα αηδόνια· όλη τη νύχτα να μου ψέλνουν αγάπες και βάλσαμα – μήπως και δακρύσω,

να ξεπλύνω τα μάτια μου που γέμισαν βρωμιές του Ανθρώπου.


Παραμιλητό

Τις νύχτες πριν κοιμηθώ όλο μιλάω, σου μιλάω, μου μιλάω, μήπως καταλήξω σε κάποια βέβαιη απάντηση.

Κι επειδή συνήθως δεν αντέχεις ή είσαι κουρασμένη, γυρνάς από την άλλη και γλυκοκοιμάσαι, αφήνοντας σ’ εμένα τον κόμπο της ζωής: όλα αυτά τα γιατί και τα πώς, που πήρανε τα χρόνια μας και τους ανθρώπους που αγκαλιάσαμε.

Κι όσο περνούν τα χρόνια, παραμιλάω σχεδόν περισσότερο απ’ όσο μιλάω. Γιατί λείπεις εσύ – πάντοτε γλυκοκοιμάσαι σε μια γωνιά της νύχτας, κατατρώγοντας σιωπηλά τη ζωή που θα έπρεπε να ζω – και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με κάνει να ονειρεύομαι.

Πάντα τα όνειρα θα μας κρατάνε στη ζωή.

03:20 Π.Μ.

Ύστερα έμεινα ακίνητος και είπα πως ο χρόνος θα σταμάτησε· το ρολόι έδειχνε εδώ και ώρες εννέα και δέκα. Κι ένα τρελό τριζόνι επαναλάμβανε το ίδιο ρεπερτόριο ξανά και ξανά και ξανά…

Σαν όλα να σταμάτησαν γύρω μου κι άρχισα να σκέφτομαι, πως μπορεί τώρα και να ‘χεις γεράσει: κάπως θα έχεις επάνω σου εκείνο το όμορφο χαμόγελο που θυμίζει καλοκαίρι, θα κάθεσαι ήρεμα σε μια γωνιά να γαληνεύεις την κουρασμένη σου ψυχή. Και να που τα κατάφερες, λοιπόν, να ζήσεις όπως περίπου το ζητούσες, θυμάσαι τι έλεγες; Εμένα, με θυμάσαι;

Καμία απάντηση.


I. Εικόνες και ψίθυροι

Την είδα. Βγαλμένη μέσα από καλοκαίρια προσμονής, υπομονής και ελπίδας, βυθισμένη ίσως σε ένα δίλημμα που προσπαθεί ακόμη να την κάνει να χάσει το χαμόγελό της. Ο χρόνος κύλησε γρήγορα – και νομίζω πως, αν έμενα άλλη μια μέρα δίπλα της, θα ζητούσα επίμονα στο τέλος να μου χαρίσουν έναν αιώνα στο πλάι της. “Wonderful tonight”, σαν τρύπημα στο στήθος ξαφνικά, που απομακρύνομαι από το μέρος όπου σκέφτεται, όπου συνομιλεί, όπου χαμογελά. Κι όπου σταθώ να μετρήσω το υπόλοιπο της ζωής μου, κάτι σαν αγκίστρι απάνθρωπο με σκίζει σιγά-σιγά από τα μέσα μου.

[Παρακάλεσα τη νύχτα να με γυρίσει πίσω… Σε κάθε σκέψη θα υπήρχε κάτι να με σκοτώνει· και το κεντρί του τόπου και του χρόνου να με αγκιστρώνει και να με τυραννά…]

Σκέφτομαι πως αυτή η ανικανότητά μου στο να συγκρατώ πρόσωπα στο νου μου ίσως τελικά να είναι ένα είδος αυτοάμυνας· το «ένστικτο της αυτοσυντήρησης» ή κάτι τέτοιο..: Τα χέρια της θυμάμαι κι είναι σα να τα νοιώθω· τη φωνή της αφουγκράζομαι όταν παίζω στην κιθάρα τις αγαπημένες μας μπαλάντες... Αν στο μυαλό μου έφερνα και την αγγελική εικόνα του προσώπου της, θα πέθαινα – είμαι σίγουρος… Οι λεπτομέρειες της ομορφιάς της ήδη με χτυπούν την ώρα που λέω «καλησπέρα», «τι κάνεις» (και λοιπές τυπικές – έως ανόητες – λέξεις), και μοιάζω με βράχο που ερωτεύεται τη θάλασσα μαζοχιστικά σχεδόν· ενώ δηλαδή εκείνη τον τσακίζει μέσα στους αιώνες.

[Είσαι στο δέρμα μου η πιο γλυκιά λεπίδα, η πιο καταστροφική μου συμπάθεια.]

Εύχομαι να ήταν εδώ, δεν ξέρω γιατί ή για πόσο – το πάντοτε είναι λέξη απέραντη και γι’ αυτό με φοβίζει – ούτε καν μπορώ να πω αν θα έβγαζα ένα φωνήεν, μια άχνα, μια λέξη. Κάποιες στιγμές σιωπής ξεπερνούν σε νόημα ολόκληρα χρόνια ανεξήγητης πολυλογίας. Μερικές φορές είμαστε τόσο μπερδεμένοι, που ζητάμε να μιλάμε, ζητάμε να έχουμε, ζητάμε να ζητάμε… Όμως οι χτύποι της ζωής, ή της καρδιάς ας πούμε, ακούγονται μόνο μέσα στην απόλυτη σιωπή. Και πώς να βρούμε το δρόμο όταν μιλάμε διαρκώς περί ανέμων και υδάτων;..

[Το φως του ήλιου αστράφτει επάνω μας, αποκαλύπτοντας την ασχήμια των ονείρων μας…]

Με μένα η ιστορία είναι ότι χάνω το δρόμο λόγω των ατίθασων μονολόγων μου· μονολογώ όταν γράφω, σιγοτραγουδώ κουτσουρεύοντας τους στίχους όταν χτυπάω τις χορδές, μονολογώ σαν ένας – κατά τα άλλα συμπαθητικός – νοητικά καθυστερημένος άνθρωπος όταν γράφω, μονολογώ πριν κοιμηθώ (κάτι σαν εξομολόγηση στο Μορφέα, το μεγάλο μου ψυχολόγο και συμπαραστάτη, που με ανέχεται παρά το φιλάγρυπνο σώμα και τη ξενύχτισσα ψυχή μου). Με τόσους ψιθύρους πώς ν’ ακούσω κι εγώ αυτούς τους χτύπους, τους παλμούς του φωτός, της ζωής, του δρόμου – που για μένα φυλάει μάλλον ένα λαμπρό φινάλε..;

[Έτσι κι εγώ, τότε, θα μπορώ να σε βλέπω και να νοιώθω αληθινά αληθινός· με μιαν απλή, ανεξάντλητη ευτυχία να μου δίνει τη ζωή αβίαστα.]

Τι θα ήθελαν άραγε να ήμαστε οι άνθρωποι που θέλουμε να μας αγαπήσουν; Μας θέλουν γι’ αυτό που είμαστε, γι’ αυτό που ήμαστε και πια έχουμε ξεχάσει ή γι’ αυτό που θα γίνουμε; Δεν καταλαβαίνω αν η αύρα της με αγκαλιάζει για τον άνθρωπο που γνώρισε μια νύχτα της υπέροχης άνοιξης, για τον άνθρωπο που σήμερα παλεύει με τη σκιά του ή για τον άνθρωπο που στο μέλλον θα μετανιώνει για τα λάθη του. Βεβαίως, μέσα στον καπνό του χρονικού βέλους που μας κατευθύνει στο Αβέβαιο, με τον καιρό θα σβήσουμε αχνά και ήσυχα και τέτοιες απορίες θα φαίνονται ανούσιες και παιδιάστικες. Τα ουράνια τόξα, που οι ρομαντικοί κάποτε καβάλησαν για να φτάσουν έναν έρωτα απόμακρο, θα είναι απλά φυσικά φαινόμενα δίχως επιρροή πάνω στη ζωή ή έστω στη σκέψη μας. Και τότε τάχα η ζωή θα φεύγει σα μια ρόδα εκτός πορείας;..

[Μεγάλωσες κι έχεις αλλάξει στ’ αλήθεια… Ψυχή μου το ξέρω, έβγαλες φτερά· φύγε, φύγε μακριά.]

Πάντως, αν με αγαπήσουν κάποιοι άνθρωποι, θα προτιμήσω να συμβεί γι’ αυτό που σίγουρα ήμουν, γι’ αυτό που μάλλον είμαι και για ό,τι τελικά καταλήξω να είμαι. Ό,τι αγαπάμε αληθινά μένει αγαπημένο μέσα στα χρόνια… Κι αν κάποτε αφεθεί στις σκόνες μιας λήθης ή μιας αδιαφορίας, με τον καιρό, πιστεύω, θα λάμψει πίσω από την αχλή του κόσμου σαν ένα νόμισμα που περιμένει δίκαια την εξαργύρωσή του.

17.2.11

Πρέπει να έρθεις...



Αυτοί που ξέρουν να πετάνε ψηλά
κάποιος μου είπε πως τρεκλίζουν στη γη
Αν η αγάπη δίνει φτερά
πες μου πώς βρέθηκαν σ' αυτό το κλουβί

Έχω χιλιάδες κλειδιά που ανοίγουν καρδιές
μα δεν ταιριάζουν στην πόρτα της δικιάς μου φυλακής
Κάποιος πρέπει να με βγάλει πριν να 'ναι αργά
πρέπει να έρθεις, μόνο εσύ μπορείς...

Αυτοί που φύγαν από καιρό στα βαθιά
απ' όσο ξέρω δε μιλούν πολύ
Έχουν κάτι παλιά, σκοτεινά φυλαχτά
που όλο τα στρέφουν στην ανατολή

Είδα χιλιάδες κεριά, αναμμένες καρδιές
στην καταιγίδα μιας φοβερής σιωπής
Όλες αυτές οι στιγμές, σταγόνες μικρές
σταγόνες μιας μεγάλης βροχής...

Αν έρθεις απόψε τη νύχτα,
όλα τα αστέρια θα πέφτουν για μας...

Είδα χιλιάδες κεριά, αναμμένες καρδιές
στην καταιγίδα μιας φοβερής σιωπής
Πρέπει να έρθεις πριν να 'ναι αργά
πρέπει να έρθεις... μόνο εσύ μπορείς...


|αφιερωμένο|

Κάποιος αν δεν σε θέλει
το φως του ήλιου αρνείται
τη βροχή που φέρνει ζωή
τη θάλασσα, τα χρώματα

Αν δε σε θέλει κάποιος
θέλει να μαραζώσει
Τρέμει το γέλιο, τη χαρά
κρύβεται απ' τα φώτα

Κάποιος αν δε σε θέλει
είναι χαμένος μάτια μου
Γεννήθηκες για τη χαρά
όχι για τη μιζέρια

Εγώ είμαι εδώ
πάντα εδώ θα είμαι
να σου χαρίσω
την πιο ζεστή αγκαλιά

Πάντα εδώ θα είμαι
το προσωπάκι σου το λείο
να σηκώνω όταν λυπάσαι
να σου λέω "είμ' εδώ"...