12.12.11

Το μπαλόνι

Αν μέσα στην ψυχή σου έχεις κρύψει ένα μπαλόνι
και δυο παπούτσια παιδικά, κανένας δεν το ξέρει

Μπορείς να ζεις, να περπατάς με άδειο το βλέμμα
κι όπου ορίζουν οι στιγμές να βγεις, εκεί να χάνεις
τη λάμψη που σου χάριζε δικαίωμα στο όνειρο...

Μπορείς ακόμη να γελάς ανάμεσα απ' τους φόβους
κι ανάμεσα από αδειανούς, ανέκφραστους πτωχούς
να πολεμάς τα χρόνια που σου μόλυναν τις σκέψεις
- να πολεμάς, να πολεμάς, να μένεις πάντα πίσω...

Κι όσο μπορείς να δέχεσαι πως είναι πια σβησμένο
αυτό που φέγγιζε καιρό τ' ανήλιαγά σου εσώψυχα,
μπορεί να ψάχνεις να σωθείς μέχρι να ξεψυχήσεις...

Αν μέσα στην ψυχή σου έχεις κρύψει ένα μπαλόνι
και δυο παπούτσια παιδικά, πρέπει να πολεμήσεις.

6.12.11

Άνθρωποι

Μπορείς ακόμη μέσα από τις γρίλιες των ανθρώπινων υπάρξεων
να δεις το φόβο, την ανάγκη, την οργή, την επανάσταση
και κάθε λέξη να τη κάνεις να μιλήσει· να εκφράσει
το αρχικό κι αληθινό συναίσθημα εκείνου που την είπε.

Γιατί πίσω απ' τη σάρκα, τα οστά, τις φλέβες και το αίμα,
πιο πίσω ακόμη από τα λόγια και τις σκέψεις,
κρύβονται σπάνιες ψυχές· παιδιά που έχουν προδοθεί,
ερωτευμένοι που ταιριάξαν με τον πόνο,
επαναστάτες που βολεύτηκαν και ξέχασαν,
γυναίκες όμορφες που βιάστηκαν να τρέξουν,
άντρες που γίνονται καθρέφτες των καιρών -

όλοι κρυμμένοι ανευλαβώς πίσω από προσωπεία
και ρούχα κι αποκτήματα κι όνειρα δανεικά...

Μα αν δεις βαθιά - όσο μπορείς - ανάμεσα απ' τις γρίλιες,
που ασυναίσθητα όλοι μας αφήνουμε ανοιχτές,
κάπου θα δεις και το Παιδί που θέλει να γελάσει
και την Ψυχή που κρύφτηκε φοβούμενη τους άλλους:
εμένα, εσένα, τους καιρούς,
την ίδια τη ζωή.

Θα μείνει μόνο ένα "γιατί"

Και μετά...
ένα "γιατί"...
αόριστο, απάνθρωπο,
αναπάντητο...

...κι η Λήθη,

να νεκρώνει τα πιο ανθρώπινα αισθήματα
να σου λέει πως δεν υπήρξε η ζωή,
'κείνη που είσαι βέβαιος πως έζησες

Κι ο Δρόμος,

μακρύς ανήφορος, στενός,
πάνω στις πλάτες σου ν' αφήνει αμφιβολίες
κι ανάγκες μάταιες, που δε θα τις φροντίσεις.

...Κι ο Κόσμος θα 'ρθει να σου πει,

πως είναι δύσκολο η ψυχή στ' αλήθεια να αγαπήσει
όσο τη σκέψη σου ορίζουν οι μοδάτοι,
οι εκλεκτοί, οι πρόστυχοι και οι προσκυνημένοι.

Ξεχάστηκες...
Κάπου, παλιά, θυμάσαι πως γινόταν
καρδιά να σμίξει με καρδιά, όπως βροχή με χώμα -
δίχως του χρόνου τα λουριά να πνίγουν την αγάπη!

Ξεχάστηκες...

Θα μείνει μόνο ένα "γιατί"
αόριστο, απάνθρωπο,
αναπάντητο.

Γίνεσαι άνθρωπος


Στα μάτια σε κοιτούν

"Βοήθεια..."

Κάνεις ένα βήμα εμπρός
και δυο πίσω.

Δε σε αφήνουν οι άλλοι -
οι "Καθαροί".

"Αφήστε με επιτέλους!",
ξεσπάς

και γίνεσαι Άνθρωπος.

25.11.11

Είσαι ακόμη εκεί..;

[δεν έπρεπε να σε αφήσω να φύγεις έτσι]

Είσαι τόσο εύθραυστη για έναν τέτοιο κόσμο...





















Ακούς;

17.11.11

1+1=2.
Απλά μαθηματικά.
Άθροισμα. Σύνολο.

Στο χαρτί -
στην αγάπη όχι·

εκεί το σύνολο είναι απείρως μεγαλύτερο
από το άθροισμα των μερών του.

10.11.11

Ανάξιοι

Σαν το σκυλί που κουρνιάζει
μέσα στις στάλες,

το Παιδί των ψυχών μας -

μια Αγάπη παραδομένη
στο Τίποτα -

κλαίει με λυγμούς και ζητιανεύει

από τα χέρια των αγνώστων

την προσοχή

που δεν τολμήσαμε να του χαρίσουμε.

7.11.11

Νουθεσίες

Να λες
"σ' αγαπώ"
κι ας είν' τα μάτια σου βαθιές,
βασανισμένες λίμνες

Να λες
"δεν είναι τόσο αργά"
κι ας πέρασαν τα χρόνια

Να είσαι εκεί για τη φωτιά·
για την αγάπη, τους καημούς -

να έχει λόγους η ζωή
να σου χαρίζει αγκάλες.

4.11.11

Χρόνια μετά (Αλλάξαμε)



...Κι είπα         

Δεν είναι ο θάνατος που πρέπει να ορίζει τη ζωή μας         
μα η Αγάπη...         


...Κι είπες         

Είναι η θλίψη ένας αιώνιος στεναγμός         
που θα σκεπάζει πάντοτε τον κόσμο, σαν ομίχλη         


...Κι είπα         

Έχουμε ο ένας τον άλλον.         
Τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας σώσει         



Δάκρυσες.         


Έφυγα.         

31.10.11

Μου είπες κάποτε

Μου είπες κάποτε πως με ερωτεύτηκες
γιατί τις σκέψεις μου όριζε πρωτίστως η αγάπη...
Κι εγώ απορούσα, που τυφλά με άγγιζες
και μού 'δινες να πιω ζωή απ' τη δική σου ανάσα:

Τούτος ο Ήλιος τι ζητά στοργή μες στα σκοτάδια;

Χίλιες μέρες μετά - ή μήνες ή χρόνια -
και με ένα σάψαλο κορμί στα κόκαλά μου επάνω
τ ο   ε ί δ α, πως εκείνο το λαμπύρισμα κι η φλόγα,
που μες στα λόγια μου έβρισκες κι έτσι με αγαπούσες,

ήταν κομμάτι απ' τη φωτιά που μ' έκαψε ως μέσα:

Ήσουν  ε σ ύ, ο ήλιος μες στη σκέψη μου κι η φλόγα,
που μέσα από το βρώμικο πηγάδι της ψυχής μου
τράβηξες κι έβγαλες στο φως καθάριο το νερό της,

να 'χω να πίνω, να μεθώ, τις μέρες που μου λείπεις
κι ύστερα, όταν έρχεσαι, να σου μιλώ γι' αγάπη...

27.10.11

Δώσε μου ανάσα.

Έλα... Ο ήλιος φεύγει σε λίγο.
Σάρκα στη σάρκα,
βλέμμα στο βλέμμα,
να πολεμήσουμε ξανά τους δαίμονές τους,
να δώσουμε στον κόσμο λίγη αγάπη.

Δώσε μου ανάσα.

Κι όπως σου πέφτει ένα ποτήρι από τα χέρια
και γίνεται κομμάτια,
θρυμμάτισέ την
τούτη τη μίζερη ζωή που σέρνω πίσω μου.
Ο ήλιος φεύγει..


Δώσε μου ανάσα.

Σε ζηλεύω
πού 'χεις ακόμα τις ελπίδες σου ολόρθες:

στητά μαχαίρια στης απόγνωσης το στήθος
χαράζουν δρόμους να διασχίσουμε την άβυσσο.

24.10.11

Πέρα από τη σάρκα


Ν α   β λ έ π ε ι ς   π έ ρ α   α π ό   τ η   Σ ά ρ κ α ,
σου το λέω -

ο Κόσμος δεν επέζησε χάρη στην πέτρα,
στο μέταλλο ή στο χαρτί

μα από τους έρωτες, τα αισθήματα, τα πάθη
κι απ' της μητέρας τη στοργή κρατήθηκε

να μη σκορπίσει.

Χρώματα

Πήρα μπογιά από τα γέλια των παιδιών...
Έβαψα με αυτή τα πένθιμα μεσημέρια μου,
πάνω απ' το μαύρο που τα σκέπασε πανί,
τη μέρα που σε ξέχασα -

να βγει ένα νόημα κι η αφορμή
για το επόμενο βήμα.

21.10.11

Την ίδια την ψυχή σου

Στο λέω, την ίδια την ψυχή σου
πρέπει να έχεις για μελάνι μες στην πένα σου

Μα αν έχεις τόσο ξοδευτεί που δεν υπάρχει
κουράγιο κάτι να αισθανθείς, κάτι να νιώσεις,
βάλε στην άκρη το χαρτί, κοίτα να δώσεις
λίγη ξεκούραση στη φορτωμένη σου καρδιά

Κι όταν η σπίθα δώσει τη φωτιά της,
αβίαστα κι ολόψυχα θα γράψεις -

κάτι απ' την ύπαρξή σου για να μείνει
γραπτό, μέσα στη θάλασσα
της τρέλας της ανθρώπινης.

14.10.11

Κι ίσως μονάχα ένα χάδι τρυφερό
από το χέρι μιας γυναίκας που σε νιώθει
μπορεί να κάψει όλα τ' αγκάθια της καρδιάς
και την ψυχή σου μονομιάς να εξαγνίσει...

5.10.11

Lost control


Στάλες

Αν ήμουν κάποια από τις στάλες που χαζεύεις,
αυτές που πέφτουν στα στενά και σιγοσβήνουν
δίχως ποτέ κανείς να κλαίει για τη ζωή τους,
δε θα με γνώριζες, δε θά 'πεφτε ποτέ
το ανταριασμένο μου το σύμπαν πάνωθέ σου...

Θα 'μουν μια σκέψη φευγαλέα, ένα τρένο,
που απλώς ταξίδευε κοντά στη γειτονιά σου.
Κι όταν το κοίταξες δειλά, πίσω απ' το τζάμι,
άκουσες μόνο τους τριγμούς πάνω στις ράγες
κι είδες μονάχα ένα φως να αλαργεύει.

Θα 'μουν μια λάμψη στιγμιαία, ένα ξενύχτι,
όπως εκείνα που ποτέ δεν τα θυμάσαι.
Μια καταιγίδα ξαφνική, καταραμένη
μέσα στους ήλιους να τη σβήνει η λησμονιά.

Αν ήμουν κάποια από τις στάλες που χαζεύεις
αυτή τη νύχτα που όλα θέλεις να τα σβήσεις,
τούτος ο δρόμος θα 'ταν πάντοτε κλειστός.
Θα είχες διαλέξει τη ζωή που σου ταιριάζει
κι ίσως η Αγάπη να 'χε λόγο να γελά...

Ας ήταν έτσι κι ας σιγόσβηνα στο δρόμο...
Φτάνει να έπαιρνες το δρόμο της χαράς -

φτάνει να σ' έβλεπα για λίγο να γελάς.

9.9.11

Μεγαλούπολη

Απ' όλο το σκότος που βασιλεύει
μέσα σε τούτο το παρατημένο δωμάτιο,
στέκομαι και κοιτάζω αυτήν εδώ τη γωνιά,
λίγο πιο μέσα από το παράθυρο,
κάπου μισό μέτρο από τον τοίχο.

Εδώ είναι που ακουμπούσε το κεφάλι σου,
όταν ζαλισμένη ξάπλωνες κοντά μου
και σ' έπαιρνε ο ύπνος όμορφα, ζεστά,
μ' ένα βιβλίο στο χέρι...

Κι από τους ήχους τους ανάκατους
μέσα στο βουητό της μεγαλούπολης,
έναν μονάχα ξεχωρίζω και αγαπάω ακόμα·
το γλυκό κελάρυσμα των αηδονιών,
που κάθε βράδυ μας ταξίδευε στο ανέφικτο,
στη λευτεριά... στη διαφυγή...
και στην Αγάπη.

. . .

Έκλεισα την πόρτα.
Έκλεισα τα μάτια μου.

[αναστεναγμός]

Αφήνω πίσω μου τη μεγαλούπολη.
Θα σε ξεχάσω.

1.9.11

Χαραμάδα

Και στις πιο όμορφες στιγμές
υπάρχει αυτή του χρόνου
η
χαραμάδα η στενή
- η ρημάδα -
κι ο νους σου κρυφοβλέπει προς τα 'κει...

Δείχνεις το γέλιο σου, απλό,
γλυκό κι εμείς θαρρούμε
πως δε σε μέλλει τίποτε,
πέρα από τη στιγμή που ζούμε!

Κάνουμε λάθος...

Φεύγεις, όταν το ηλιόφως σε χτυπά
και σου θυμίζει εικόνες:
πώς έτρεχες, πώς έκλαιγες,
πώς έπαιρνες φιλιά,
πώς μάλωνες, πώς φίλιωνες
και πώς ερωτευόσουν...

Κάτι από τότε σε καλεί
μέσ' απ' τη χαραμάδα
- τη ρημάδα -
κι όλο νομίζω πως αυτό
που πρέπει να ξεχάσεις
δε θα σ' αφήσει πια ποτέ

Στιγμές-στιγμές θα αναπολείς,
θα φεύγεις, θα σε χάνω,
μέσα απ' του χρόνου τη σχισμή
θα κρυφοταξιδεύεις

Κι εγώ θα μένω δίπλα σου,
δίχως να σ' εμποδίζω
Όταν γυρνάς απ' τα παλιά
να σε καλωσορίζω




27.8.11

Το φάντασμα

Κάπου βαθιά μες στην καρδιά μου
κρύβω ένα φάντασμα θλιμμένο,
που απέμεινε παρατημένο, άχρηστο,
να κλαίει επάνω από τα χρόνια μου -
τα ποτισμένα από το μύρο της αγάπης σου...

Κι όταν αφήνω τον καημό να με λυτρώσει
από του κόσμου την στεγνή αδιαφορία,
κάπως το ακούω ν' ανασαίνει, να με βλέπει
μέσ' απ' τα σίδερα της αυστηρής του φυλακής
και να ζητάει μάταια συγχώρεση.

Απ' τον καιρό που μού 'φυγες, το 'χω ξεχάσει
ή κάνω τάχα πως δεν ξέρω αν υπάρχει -
γιατί το ξέρω, αν βαλθώ να του χαρίσω
τη λευτεριά που μανιασμένα επιζητά,
θα 'χει για πάντοτε αδειάσει η καρδιά μου...

Και θα 'χει φύγει ό,τι αξίζει να θυμάμαι,
από τις μέρες που ο πόθος σου για μένα
μύρωνε σπάταλα τη στερημένη ύπαρξή μου...

20.8.11

Μη φοβάσαι

Δεν είναι πτώση η Αγάπη στο κενό,
μα το αλεξίπτωτο που ανοίγει όταν πέφτεις...
Μην τη φοβάσαι, στο μυαλό σου είν' το θεριό
και σου αρπάζει τα χαμόγελα σαν κλέφτης.

Ήλθα με θάρρος να σου πω για τη Σιωπή,
που χτίζει γέφυρες κι ανοίγει μονοπάτια...
Μην τη φοβάσαι, άφησέ τη να σου πει
πώς αγκαλιάζονται οι ψυχές μέσ' απ' τα μάτια.

Το πρόσωπό σου το λευκό φεγγοβολά
και πόσο μοιάζει να ζηλεύει η Σελήνη...
Μην τη φοβάσαι, άφησέ τη στα ψηλά -
κι εμείς εδώ στα χαμηλά έρημοι κρίνοι,

τη Μ ο ν α ξ ι ά να πολεμάμε στο σεντόνι...
Μην τη φοβάσαι, είν' αυτή που μας ενώνει.
.


30.7.11

Εμείς η αλλαγή μας

"Έχεις δρόμο ακόμα",
μου είπαν...
"Πρέπει να γίνεις τέλειος"...

Κι εγώ φοβόμουν
κι όλο περίμενα, σεμνά,
την έγκρισή τους

Οι μέρες έφυγαν
Κι οι ώρες, τα λεπτά
σα να μην έζησαν ποτέ
μες στη δική μου τη ζωή

Ένα ζεστό απόγευμα
φόρεσα τα φτερά μου
Δίχως να πω κουβέντα
τιθάσευσα τους φόβους μου

κι άλλαξα την πορεία.



Αν δεν γινόμουν, άραγε,
εγώ η αλλαγή μου,
ως πότε ακόμα θα 'βλεπα
το χρόνο να μου φεύγει;



Μονάχα εμείς αλλάζουμε
τα σύνορα στον χάρτη


Κι αν δεις καλά και τολμηρά,
με ορθάνοιχτα τα μάτια
του κεφαλιού και της ψυχής,
πίσω από τις ευθείες
που οι γνωστικοί ορίζουν
προβάλλουν άπειρες στροφές,
πρωτόγνωρες καμπύλες

που μόνο αν έχεις τα φτερά στις πλάτες σου ανοιγμένα
θα ευλογηθείς να τις χαρείς και τη ζωή ν' αλλάξεις
.


18.7.11

Δύσκολο

Δύσκολο

απ' τις εντός σου ρίζες να διαλέγεις

κείνες που ακόμη σ' ενοχλούν

και να τις ξεριζώνεις.

Υπάρχουν...

Υπάρχουν ώρες και στιγμές
που σβήνονται απ' τη μνήμη,
γιατί δεν έχεις το κουράγιο - όπως τότε -
ν' αντέξεις τον κακό σου εαυτό
κι ούτε στα πύρινα του πάθους τ' ακρογιάλια
να ξεχαστείς.

Υπάρχουν γεύσεις που διαγράφονται απ' τη μνήμη,
όπως το πόσο αλμύριζε το δέρμα της τα βράδια,
το πώς γευόταν το κρασί ο ουρανίσκος
προτού χαθεί ο κόσμος.

...

Κι υπάρχουν τόσα χρώματα που πρέπει να ξεχάσω,
ήχοι και νότες που δεν πρέπει να μιλούν -
να μένει ασάλευτος ο κόσμος που σε είχα,
να μένει ακίνητος ο ίσκιος της ζωής.
Όλα βουβά κι ασπρόμαυρα να τρέχουν, να μη νιώθω

πως κάπου εδώ γεννήθηκε η αγάπη

κι η φωτιά.

22.6.11

Κάποια στιγμή το σούρουπο συνάντησε τον ορίζοντα,
όπως αχνοφαινόταν χιλιόμετρα μακριά μας.
Κι ήρθε και γλύκανε η στιγμή, όταν το κύμα
μάς βάπτισε μες στα ζεστά ύδατα του κόσμου
και μας ζωντάνεψε μ' απόκοσμες ανάσες...

Τ' όνομά σου ήταν κι αυτό
γραμμένο πρόχειρα στην άμμο που υγραινόταν -
κι ώσπου να πούμε "ας φύγουμε" είχε σβήσει,
να ξεχαστεί μες στους αιώνες, στους αιώνες...

...

Χρόνια μετά
με ρωτούν για την αγάπη που ξεχάστηκε,
'κείνη που υμνώ και περιγράφω χρόνια τώρα:
Τι έζησα, πώς έγινε, αν χάθηκε.
Και τι να πω, που ούτε κι εμείς δεν απαντούμε
στον εαυτό μας, κάθε που έρχεται το δάκρυ...

Ένας καθρέφτης μοναχά μας απομένει,
να του ιστορούμε τις αλήθειες και τα πάθη -
κι όλα τα λάθη
να τα κρατάμε μέσα στην ψυχή μας,
που αγόγγυστα απλώς μας υπομένει.

15.6.11

Inner Silence



When the silence beckons,
And the day draws to a close,
When the light of your life sighs,
And love dies in your eyes,
Only then will I realise,
What you mean to me.



5.6.11


Κι όταν η αύρα έφτασε από κάπου μακριά,
παραδίδοντάς μου το ξεψύχημα μια άλλης ακρογιαλιάς,
είχες ήδη φύγει.
Από μέρες φαινόταν πως ο ήλιος με κορόιδευε
κι ήταν τα πρωινά τόσο ψεύτικα,
που μόνο το πάθος θα εμπόδιζε την αποκάλυψή τους.
Μα το είχα το πάθος
- το πάθος και το πάθημα -
κι έτσι εγκλωβίστηκα.
Είπα "θα έρθει" - και περίμενα...
Ύστερα "ο χρόνος θα σταμάτησε,
δε βαριέσαι, θα αρχίσει ξανά".
Κι ο κόσμος γελούσε και συμπονούσε συγχρόνως
τούτο τον άνθρωπο με το τσιγάρο,
που γευόταν ανέμελος το ξεψύχημα των γιαλών.

Έφτασα ως κάτω, αναγεννήθηκα
μέσα από τη φλόγα του καημού μου.
Ποτέ ξανά δε σε περίμενα.



Πόσο ακόμη

Πόσο θα αντλώ ακόμη
από την εντύπωση του περιγράμματός σου
επάνω στα τοιχώματα του μυαλού μου

Πόσο θα αντλώ ακόμη
από τις τελευταίες νότες της φωνής σου
στους διαδρόμους της φαντασίας μου

Πόσο θα αντλώ ακόμη
από την ψευδαίσθηση του αγγίγματός σου
επάνω στο άγονο δέρμα μου

το κουράγιο

να ξεχάσω επιτέλους

την ύπαρξή σου;


4.6.11

Γιώργος Θέμελης - "Μάταια πράγματα"

Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ' έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

Κανείς

Κανείς.

"Τα άστρα"

Μια νύχτα κοίταξα στα λαμπερά σου μάτια,
και είδα εσένα.
Είδα κι εμένα.
Άγγιξα τα μαλλιά σου,
και ένιωσα τον έρωτα.
Με κράτησες στην αγκαλιά σου,
και γίναμε ένα.
«Μου αρέσουν τα άστρα!»,
είπες.
Κι εγώ αγάπησα τα άστρα,
κι αγάπησα εσένα,
και μόνο αφού μ’ αγάπησες εσύ
κατάφερα ν’ αγαπήσω τον κόσμο ολόκληρο,
μαζί κι εμένα.

[του Κωνσταντίνου Μαρτίνη]

26.5.11

Αργά

Κι ώσπου να δείξεις τι είναι για σένα

έχει φύγει...

Κι ώσπου να πεις πως όλα θα φτιάξουν

έχει φύγει...

Και μέχρι να δώσεις ό,τι έχεις
και μέχρι να ανοίξεις την πιο ζεστή αγκαλιά
και μέχρι να φωτίσεις για λίγο το σκοτάδι

έχει φύγει.



Κι είναι καιρός πια
ν' αγαπήσεις τους ανθρώπους
όσο είναι ακόμα μαζί σου.


14.5.11

Σφηνωμένη στο μυαλό μου η εικόνα σου
να ρωτάει το γιατί και να σωπαίνω...
Τόσα χρόνια πόσο μου 'λειψε το στόμα σου
να μου δώσει το φιλί το αγιασμένο


Τόσα χρόνια και δε μάθαμε τι σήμαινε
η αγάπη που ήταν πάνω από τις άλλες
Από τότε στο "μπορεί" και στο "περίμενε"
ξεχαστήκαμε... σε ανέραστες αγκάλες
...

1.5.11

"Κλείνουν τα μάτια"

Θέλω για εσένα να μιλήσω
μα λέξη καμία δε σε χωρά
λέξη καμία δε σε ντύνει
κι άλλη ποτέ μου καμία φορά
δεν ένιωσα αδύναμες τις λέξεις
να ντύσουν και να περιγράψουν..

Μια μονάχα μουσική μπορώ να παίζω
εκείνη των χειλιών μου όταν λένε
............................................................«σ’ αγαπώ»
και κλείνουν τα μάτια
καθώς αγγίζουν το όνειρο.

[του Ι. Τσιουράκη]

Απλή ομολογία

...Κι εσύ, που τόσο μού 'λειψες,
πού είσαι τώρα να με δεις;
Από αέρα κι ουρανό παρατημένο,
από νερό και χώμα ξεχασμένο,
να σκέφτομαι τι θά 'πρεπε να γίνει...

Κάνω να φύγω εμπρός - εις μάτην:
μονίμως με την άγκυρά μου βυθισμένη
στο πιο γλυκό μας όνειρο,
ψευτοαναπνέω, υπάρχω στα κρυφά,
μολύνοντας τον κόσμο της χαράς τους

Αγαπημένη ανάμνησή μου πια,
γλυκύτερή μου θύμηση, Μαρία...
Ο κόσμος άλλαξε από τότε
Σκοτείνιασε, με σκέπασε, με ρήμαξε
Δεν μπόρεσα να πάω παραπέρα

Σαν το σκυλί που γλύφει τις πληγές του,
εδώ και χρόνια περιθάλπω την αγάπη
που ρίζωσε στα σπλάχνα μου ασθμαίνουσα

Και σαν τον άστεγο που ζει με αποφάγια,
επιβιώνω με τα ψίχουλα ενός έρωτα
που έρχεται και φεύγει σαν τον κλέφτη

Αγαπημένη μου ανάμνηση, απέτυχα...
Δεν μπόρεσα να πάω παραπέρα...

11.4.11

Ασφυξία

Σήμερα έσταξε η αγάπη από την τσέπη μου
στα βρωμισμένα διάκενα ενός πεζοδρομίου

Δεν είδα, δεν κατάλαβα, δεν πρόσεξα
Δε μ' ένοιαξε

Αποχαιρέτησα τον κόσμο βιαστικά
Τρεις-τέσσερις φορές μόνο αναστέναξα
μπροστά στον φόβο του απιέναι
κι ύστερα έκρυψα τον ίσκιο μου σαν κλέφτης

...

Είναι που έσβησαν κι εκείνες οι φωτιές,
αφήνοντάς με άκαυτο, στεγνό και ξένο

κι έχω αρχίσει να φοβάμαι τις ανάγκες -
δίχως δυο λόγια έρωτα να με στηρίξουν
και τα φιλιά σου, πώς να νιώσω ότι αξίζει;

Ασφυκτιώ.

Πολύ αργά


Σπάσαμε τους καθρέφτες που μας έδειχναν
μικρά παιδιά

και τώρα πια

είμαστε καταδικασμένοι

Και μόνο με το θάνατο ο άνθρωπος
δε συμφιλιώνεται ποτέ...

1.4.11

Η αγάπη

Σ' ένα απλό χαμόγελο βρίσκεις την αγάπη,
σε μια μόνο λέξη, όπως "καλημέρα",
στο γείτονα που μοιράζεται ένα ανέκδοτο,
στη σκέψη πως κάποιος σε περιμένει στο σπίτι

Σε μικρές στιγμές κρύβεται η αγάπη,
στο γλυκό σου χάδι όταν ξυπνώ,
σ' εκείνα τα "εντάξει" όταν νυστάζεις,
σε κάθε χτύπημα του κουταλιού μες στο φλυτζάνι

Παντού η αγάπη κρύβεται σαν το παιδί,
που -κι αν το μάλωσαν χίλιες φορές-
επιμένει να χαρίζει τη γλυκάδα του ολόγυρα...

Κι ακόμη δεν κατάλαβα,
πώς γίνεται στα τόσο μικρά και απλά
να χωράει ένα τέτοιο μεγαλείο!

23.3.11

Πιάσε τα χέρια μου να ζεσταθείς
Έτσι που κρύωσε ο κόσμος, δε σε μαλώνω...
Κι εγώ προσέχω για να είμαι εδώ, για σένα

Μόνο άσε τα βλέφαρα να πέσουν, να σβήσουν
αυτό το ολόλαμπρο το βλέμμα σου,
φτάνει τόσο -
γιατί μ' αρέσει, όταν αποκοιμιέσαι,
η νύχτα που επάνω σου απλώνει το μανδύα της
Γιατί λατρεύω, όταν κουρνιάζεις κουρασμένη,
το ημίφως που κρεμιέται από πάνω σου,
σα να ξορκίζει και να στέλνει μακριά
κάθε σου θλίψη, την ώρα που κοιμάσαι

...

Γιατί ποτέ δεν έπαψα να νιώθω πως κουρνιάζεις
μέχρι και σήμερα στο πλάι μου, χαρά μου...
Κι ακόμα σβήνω το βλέμμα μου τα βράδια,
πιστεύοντας πως θα σε βρω κοντά μου το πρωί

Ο ανόητος...
Πώς να σε ζεστάνω;

Τα χέρια μου είναι κρύα σαν τη ζωή μου...

Σάρκα

Ποιος να προσευχηθεί
και πώς να δει με την καρδιά του;

Εδώ ξεχάσαμε πως έχουμε καρδιά


Μόνο η σάρκα μας κάνει να υπάρχουμε,
χωρίς αυτή θα χάναμε το δρόμο...
Με μια κούπα τσάι θα ξεχάσουμε τα πάντα
και με μια οθόνη απέναντι ακόμα καλύτερα
Θε μου πώς γινήκαμε τόσο ξένοι
απέναντι στους άλλους, απέναντι στον Άνθρωπο...

Ένα τσιγάρο υπόθεση να σβήσουμε τη μνήμη -
μια ρουφηξιά και μπήκαμε ξανά στο καύκαλό μας.

18.3.11

Ποτέ ξανά



Ποτέ ξανά δε θα αφήσω
από τα χέρια μου να φύγει τέτοιο φως
όταν ο ήλιος του χειμώνα θα μεθάει
εγώ τα χέρια μου θα βλέπω τη φωτιά του

Ποτέ ξανά δε θα μεθύσω
με το κρασί από τα αμπέλια μιας βραδιάς
όταν η μνήμη μου ξανά θα μ' απατάει
πάλι στα χέρια μου θα έχω τα σημάδια

Δεν θέλω πια στους ουρανούς
τα αστέρια που ‘'κρυψε το φως να κυνηγώ
Δεν θέλω πια χίλιους θεούς
μαζί και άνεμους τρελούς ν' ακολουθώ

Ποτέ ξανά δε θα γκρεμίσω
πόρτες και σύνορα που βγάζουν μακριά
Θέλω μονάχα αληθινά να σου μιλήσω
πάλι όπως πρώτα τα φτερά μου να ανοίξω

Δε θέλω πια στους ουρανούς
τα αστέρια που ‘'κρυψε το φως να κυνηγώ
Δε θέλω πια χίλιους θεούς
μαζί και άνεμους τρελούς ν' ακολουθώ


17.3.11

Οι παλιές αναμνήσεις


Στην άκρη έβαλα τις παλιές αναμνήσεις

σαν τον ξερό καπνό που πρέπει να πετάξεις.

Θα τις αφήσω να σιγοσβήσουν στη σιγαλιά τους,

ό,τι ήταν για να πάρω μου το χάρισαν...

Σα νερό

edge of.JPG

Σα νερό

Σα νερό περνάνε οι αγάπες μου

Οι νύχτες και το φως της μέρας

Με φουσκοθαλασσιές και κύματα

Με κάλμα και αέρα

Σα νερό περνάει κι η ζωή

Μαζί με τις υποσχέσεις σου



[έγραψε η Penthesileia]

Λίγο ακόμα

Κράτα με κοντά σου λίγο ακόμα
Αν με αφήσεις να φύγω μπορεί να σβήσω
όπως η στάλα στο βρεγμένο πεζοδρόμιο

Για λίγο ακόμα χάρισέ μου την ανάσα σου
Τη χρειάζομαι όπως η ξεραμένη γη
τα φορτωμένα με βροχές πελώρια σύννεφα

Αν θέλεις, κράτα με ακόμα λίγο
Αν θέλεις...
Αν μπορείς...
Αν γίνεται...
Μικρέ
ο κόσμος είναι μεγαλύτερος απ' όσο νομίζεις
κι η γη η τρελή στριφογυρνά στο άπειρο σύμπαν
Τ' αστέρια δεν κινούνται, φίλε μου,
χαζεύουν τη ματαιότητά μας,
τον άσκοπο υστερικό χορό μας

Εμείς κινούμαστε -
εμείς φεύγουμε από το τώρα...
Κάποτε κυνηγούσαμε την τροφή μας,
τώρα κυνηγούμε αυτά που θα μας σπαράξουν...

Μικρέ
ζήσε τον αέρα, ζήσε το φως,
ζήσε τον ήλιο, το γέλιο, την ελευθερία
Μη ρωτάς ακόμα
Μη χαλάς ακόμα την ψυχή σου

Ζήσε
'Σεις δεν έχετε σύνορα
Εμείς είμαστε καμμένοι

15.3.11

Αρνούμαι

Δε θέλω να βλέπω πια τους δρόμους
που κατεβάζουν τις χαρές των ανθρώπων
στον τόπο της απουσίας μας
Είμαστε ανύπαρκτοι αστερισμοί
σε ένα χάρτη απόγνωσης
που μας έπεισε πως υπήρξαμε
λίγο πριν.

Κοίτα που αφήνουμε τα σπίτια μας –
επιτέλους βρήκαμε τη γαλήνη των κυμάτων
Κι όταν σκύβουμε να γελάσουμε σαν παιδιά
με τα καθρεφτίσματά μας,
θυμόμαστε – πώς ξεχαστήκαμε; –
και γελάμε δυνατά, αφήνοντας
τον ουρανό να μας διασχίσει.

Κατάληξη

Σαν κουρέλια στο πάτωμα
μέσα στη σκόνη και τις αδύναμες αχτίδες
ενός ήλιου που ιδρώνει να τρυπώσει
από ένα σπασμένο παράθυρο
αντικρίζω ένα-ένα τα φιλιά μας
κι όπως ένα παιδί που κλαίει
όταν το κύμα του γκρεμίζει το καστράκι
έτσι βουρκώνω με περισσή αγάπη
και λύπη συνάμα για εκείνη που έχασα.

Τα καλοκαίρια μάς έβαψαν σε χρώματα
απίστευτα μουντά και θλιμμένα
και οι ουρανοί δεν τρέχουν πια
να μας παρηγορήσουν...

8.3.11

Ταυτόχρονα

Σε μιαν άλλη άκρη του κόσμου
κάτι θα βλέπεις, ίσως να γελάς,
ίσως να φοβάσαι, να ησυχάζεις.

Τώρα θα κοιμάσαι,
μ’ ένα κομμάτι του εαυτού σου που αγάπησα
κρυμμένο κάτω απ’ τα σκεπάσματα
κι έν’ άλλο χαμένο μες στη νύχτα.

Αυτό που χάσαμε δεν ξαναβρίσκεται έτσι απλά...
Θέλει Υπομονή, Ελπίδα, Στέρηση...
και μια ψυχή που να φωνάζει «Αγαπώ!»

Τέτοιες στιγμές δεν έρχονται από μόνες τους,
αυτά τα βράδια δε μοιάζουν με κανένα άλλο.
Κι όλη η σιωπή που σώσαμε
μέσ’ από το χαμό του κόσμου
δε μαζεύεται εύκολα ξανά.

Θέλει να πιστέψεις
πως μέσα στα κενά μπορεί να κρυφτεί ένα όνειρο
κι απ’ το «τίποτα» κάτι να φεγγίσει

κι από τη νύχτα αυτή την αδειανή
μια ελπίδα για ομορφότερη ζωή να λάμψει
και να σε ξενυχτήσει.

7.3.11

Περίμενα χρόνια
για να σε βρω και να σε χάσω...
Κι όταν βαδίζω στο ίδιο σημείο
που χάιδεψα τα μαλλιά σου τελευταία φορά
σκέφτομαι καμιά φορά να μείνω εκεί,
άλλα τόσα χρόνια να περιμένω
μήπως και ξανάρθεις
Και ταυτόχρονα βιάζομαι να φύγω
μην και καταλάβουν όλοι
ότι το νόημα έχει πια χαθεί

και χαθώ σαν άνθρωπος...


Πες μου ένα λόγο που να μπορεί
να γραφτεί στο κύμα και να μη χαθεί
Μίλα μου για ένα όνειρο που να μπορεί
να μείνει στη μνήμη για μια ζωή

Δώσ’ μου ένα φως που να μπορεί
να φέξει τα σκότη της ανθρώπινης ψυχής...

Η μέρα αύριο θα είναι διαφορετική
Εγώ εκεί, εσύ εδώ...
εγώ να μισώ κι εσύ ν' αγαπάς,
να θέλεις να 'σαι εκεί κι εγώ εδώ,

το άλλο μου μισό να καταστρέφω -
κι εσύ να το κάνεις θεό.

4.3.11

Τα πταίσματά μας

Τα πταίσματά μας δεν τα έμαθε κανένας…
Εγώ σιγόσβηνα στο κυνήγι της τρέλας
κι εσύ – αγαπώντας με – δε με σταμάτησες με λόγια·
μα με την υπομονή που σ’ έκανε να περιμένεις
μέσ’ από την αγκαλιά
να βγάλουμε τη μελωδία εκείνη,
που θα παρακαλέσει τους αγγέλους για ένα φιλί στη γη.


Τώρα κατέβηκες για λίγο – πού να’ σαι; – και χάθηκες
κι ο Κόσμος,
σαν ένα κλειστό όστρακο στα βάθη του ουρανού,
μ’ έκλεισε μέσα στην ασφυξία του.
Όταν περνάς από έξω, σε αναγνωρίζουν οι ακοές των ανθρώπων,

φωνάζουμε, χτυπάμε, απελπιζόμαστε,
εγώ ορκίζομαι να σου μιλήσω.

Το ξέρω πως κάπου κάπου έρχεσαι με μια φιάλη οξυγόνο,
μα η σωτηρία μας είναι ανέφικτη δίχως αγάπη…
Τι να το κάνουμε το οξυγόνο –
αφού ξεχάσαμε πώς να ανασαίνουμε.

ΙΙ. Η άμμος και τα σαράκια

Είναι στιγμές που, εκ των υστέρων ή κατόπιν εορτής, εύχεσαι να είχαν κρατήσει για χρόνια, για μήνες, μέρες, ώρες ή λίγα λεπτά παραπάνω! Τέτοιο μεγαλείο κρύβουν… Τον κύριο Χρόνο τον εκτιμάς αναδρομικά, και οι θησαυροί του συνήθως λατρεύονται ετεροχρονισμένα. Η αλήθεια είναι ότι 86400 δευτερόλεπτα περιμένουν να πέσουν «θύματα» εκμετάλλευσης κάθε ημέρα· και πώς γίνεται από τη δική μας οπτική να είμαστε διαρκώς θύματα του προαναφερθέντος κυρίου; Αποδεικνύεται, θα έλεγα, πως ο άνθρωπος ήταν και είναι η πιο εγωίστρια ύπαρξη του σύμπαντος. Αφήνοντας – κλασικό παράδειγμα πια – την άμμο να κυλήσει ανάμεσα στα δάχτυλά του, στη συνέχεια παραπονιέται που η ακρογιαλιά είναι τόσο μικρή σε έκταση!

Ξεκίνησα να γράφω για στιγμές… Λοιπόν, όταν κάθεται δίπλα σου, όταν σε κοιτά και μιλά για θέματα διαφορετικά (πράγμα που σημαίνει ότι σε βλέπει διαφορετικά απ’ ότι τους άλλους – και να! ο εγωισμός μου ξεπήδησε μέσα από μια απλή πρόταση…), όταν γλυκογέρνει σου στον ώμο, απλώς το ζεις, έτσι δεν είναι; Δεν κάθεσαι να σκεφτείς όλα τα παραπάνω… Και μάλλον έτσι πρέπει – δεν αντιλέγω· ουδείς μπορεί. Ωστόσο, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα, σχετικά με το πόσο βαθιά βυθίζεσαι κάθε φορά μέσα στα «χρονοκύτταρα» της φωτεινής – οπωσδήποτε και της σκοτεινής – πλευράς της ζωής.

Το σίγουρο είναι πως, όταν οι στιγμές αυτές σου ανεμίζουν το μαντήλι του αποχαιρετισμού, νοιώθεις τη θλίψη να κοντεύει με ταχύτητα· κι εκεί ακριβώς ο χρόνος – που προηγουμένως σου ήταν αδιάφορος ή έστω σου φαινόταν πως κυλούσε με νωθρότητα, αργά, σαν ένα ρολόι ετοιμοθάνατο – αρχίζει να επιταχύνει ξαφνικά την απειλητική του (πλέον) πορεία.

[Τέτοιες στιγμές καταλαβαίνω πόσο λείπεις και προσπαθώ, δίχως ποτέ να ξεχαστώ, με μια παρέα από αστέρια· σαν αλήτης που κυνηγάει συντροφιά στον ουρανό…]

Πέρασαν οι μέρες εκείνες· κι αυτή έμεινε κυρίως σαν ανάμνηση ή, αν θέλεις, σαν ένα ιδιαίτερο βίωμα. Οι ώρες που διαπότισε δημιουργικά και απρόσμενα η παρουσία της κλειδώθηκαν σε ένα χρονοντούλαπο της προσωπικής μου ιστορίας και το καταραμένο το κλειδί χάθηκε ίσως σε κάποια λίμνη εξωκοσμική, ξέπεσε σε έναν απόκοσμο υπόνομο ή – η πιο απαισιόδοξη υπόθεση – δεν υπάρχει πουθενά και δε βρίσκεται παρά μονάχα από το Θεό. Συν τοις άλλοις, τα σαράκια του γνωστού πια κυρίου («κύριος» λόγω ηλικίας, βέβαια) θα έρθουν αναμφίβολα να σιγοφάνε τα απομεινάρια αυτής της ανάμνησης, έτσι που να μείνει από μένα ένα μορμολύκειο απελπισμένο και με ραγισμένους τους θύλακες της μνήμης.

[…μόνο να φεύγω μακριά σου, με τα χρονικά της ύπαρξής σου καταχωμένα θραύσματα στις μνήμες μου.]

28.2.11

Ελπίς απονίψεως

Σκέφτηκα να ξαγρυπνήσω ως το χάραμα, για να μπορέσω ν’ ακούσω και πάλι εκείνα τα αηδόνια· όλη τη νύχτα να μου ψέλνουν αγάπες και βάλσαμα – μήπως και δακρύσω,

να ξεπλύνω τα μάτια μου που γέμισαν βρωμιές του Ανθρώπου.


Παραμιλητό

Τις νύχτες πριν κοιμηθώ όλο μιλάω, σου μιλάω, μου μιλάω, μήπως καταλήξω σε κάποια βέβαιη απάντηση.

Κι επειδή συνήθως δεν αντέχεις ή είσαι κουρασμένη, γυρνάς από την άλλη και γλυκοκοιμάσαι, αφήνοντας σ’ εμένα τον κόμπο της ζωής: όλα αυτά τα γιατί και τα πώς, που πήρανε τα χρόνια μας και τους ανθρώπους που αγκαλιάσαμε.

Κι όσο περνούν τα χρόνια, παραμιλάω σχεδόν περισσότερο απ’ όσο μιλάω. Γιατί λείπεις εσύ – πάντοτε γλυκοκοιμάσαι σε μια γωνιά της νύχτας, κατατρώγοντας σιωπηλά τη ζωή που θα έπρεπε να ζω – και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με κάνει να ονειρεύομαι.

Πάντα τα όνειρα θα μας κρατάνε στη ζωή.

03:20 Π.Μ.

Ύστερα έμεινα ακίνητος και είπα πως ο χρόνος θα σταμάτησε· το ρολόι έδειχνε εδώ και ώρες εννέα και δέκα. Κι ένα τρελό τριζόνι επαναλάμβανε το ίδιο ρεπερτόριο ξανά και ξανά και ξανά…

Σαν όλα να σταμάτησαν γύρω μου κι άρχισα να σκέφτομαι, πως μπορεί τώρα και να ‘χεις γεράσει: κάπως θα έχεις επάνω σου εκείνο το όμορφο χαμόγελο που θυμίζει καλοκαίρι, θα κάθεσαι ήρεμα σε μια γωνιά να γαληνεύεις την κουρασμένη σου ψυχή. Και να που τα κατάφερες, λοιπόν, να ζήσεις όπως περίπου το ζητούσες, θυμάσαι τι έλεγες; Εμένα, με θυμάσαι;

Καμία απάντηση.


I. Εικόνες και ψίθυροι

Την είδα. Βγαλμένη μέσα από καλοκαίρια προσμονής, υπομονής και ελπίδας, βυθισμένη ίσως σε ένα δίλημμα που προσπαθεί ακόμη να την κάνει να χάσει το χαμόγελό της. Ο χρόνος κύλησε γρήγορα – και νομίζω πως, αν έμενα άλλη μια μέρα δίπλα της, θα ζητούσα επίμονα στο τέλος να μου χαρίσουν έναν αιώνα στο πλάι της. “Wonderful tonight”, σαν τρύπημα στο στήθος ξαφνικά, που απομακρύνομαι από το μέρος όπου σκέφτεται, όπου συνομιλεί, όπου χαμογελά. Κι όπου σταθώ να μετρήσω το υπόλοιπο της ζωής μου, κάτι σαν αγκίστρι απάνθρωπο με σκίζει σιγά-σιγά από τα μέσα μου.

[Παρακάλεσα τη νύχτα να με γυρίσει πίσω… Σε κάθε σκέψη θα υπήρχε κάτι να με σκοτώνει· και το κεντρί του τόπου και του χρόνου να με αγκιστρώνει και να με τυραννά…]

Σκέφτομαι πως αυτή η ανικανότητά μου στο να συγκρατώ πρόσωπα στο νου μου ίσως τελικά να είναι ένα είδος αυτοάμυνας· το «ένστικτο της αυτοσυντήρησης» ή κάτι τέτοιο..: Τα χέρια της θυμάμαι κι είναι σα να τα νοιώθω· τη φωνή της αφουγκράζομαι όταν παίζω στην κιθάρα τις αγαπημένες μας μπαλάντες... Αν στο μυαλό μου έφερνα και την αγγελική εικόνα του προσώπου της, θα πέθαινα – είμαι σίγουρος… Οι λεπτομέρειες της ομορφιάς της ήδη με χτυπούν την ώρα που λέω «καλησπέρα», «τι κάνεις» (και λοιπές τυπικές – έως ανόητες – λέξεις), και μοιάζω με βράχο που ερωτεύεται τη θάλασσα μαζοχιστικά σχεδόν· ενώ δηλαδή εκείνη τον τσακίζει μέσα στους αιώνες.

[Είσαι στο δέρμα μου η πιο γλυκιά λεπίδα, η πιο καταστροφική μου συμπάθεια.]

Εύχομαι να ήταν εδώ, δεν ξέρω γιατί ή για πόσο – το πάντοτε είναι λέξη απέραντη και γι’ αυτό με φοβίζει – ούτε καν μπορώ να πω αν θα έβγαζα ένα φωνήεν, μια άχνα, μια λέξη. Κάποιες στιγμές σιωπής ξεπερνούν σε νόημα ολόκληρα χρόνια ανεξήγητης πολυλογίας. Μερικές φορές είμαστε τόσο μπερδεμένοι, που ζητάμε να μιλάμε, ζητάμε να έχουμε, ζητάμε να ζητάμε… Όμως οι χτύποι της ζωής, ή της καρδιάς ας πούμε, ακούγονται μόνο μέσα στην απόλυτη σιωπή. Και πώς να βρούμε το δρόμο όταν μιλάμε διαρκώς περί ανέμων και υδάτων;..

[Το φως του ήλιου αστράφτει επάνω μας, αποκαλύπτοντας την ασχήμια των ονείρων μας…]

Με μένα η ιστορία είναι ότι χάνω το δρόμο λόγω των ατίθασων μονολόγων μου· μονολογώ όταν γράφω, σιγοτραγουδώ κουτσουρεύοντας τους στίχους όταν χτυπάω τις χορδές, μονολογώ σαν ένας – κατά τα άλλα συμπαθητικός – νοητικά καθυστερημένος άνθρωπος όταν γράφω, μονολογώ πριν κοιμηθώ (κάτι σαν εξομολόγηση στο Μορφέα, το μεγάλο μου ψυχολόγο και συμπαραστάτη, που με ανέχεται παρά το φιλάγρυπνο σώμα και τη ξενύχτισσα ψυχή μου). Με τόσους ψιθύρους πώς ν’ ακούσω κι εγώ αυτούς τους χτύπους, τους παλμούς του φωτός, της ζωής, του δρόμου – που για μένα φυλάει μάλλον ένα λαμπρό φινάλε..;

[Έτσι κι εγώ, τότε, θα μπορώ να σε βλέπω και να νοιώθω αληθινά αληθινός· με μιαν απλή, ανεξάντλητη ευτυχία να μου δίνει τη ζωή αβίαστα.]

Τι θα ήθελαν άραγε να ήμαστε οι άνθρωποι που θέλουμε να μας αγαπήσουν; Μας θέλουν γι’ αυτό που είμαστε, γι’ αυτό που ήμαστε και πια έχουμε ξεχάσει ή γι’ αυτό που θα γίνουμε; Δεν καταλαβαίνω αν η αύρα της με αγκαλιάζει για τον άνθρωπο που γνώρισε μια νύχτα της υπέροχης άνοιξης, για τον άνθρωπο που σήμερα παλεύει με τη σκιά του ή για τον άνθρωπο που στο μέλλον θα μετανιώνει για τα λάθη του. Βεβαίως, μέσα στον καπνό του χρονικού βέλους που μας κατευθύνει στο Αβέβαιο, με τον καιρό θα σβήσουμε αχνά και ήσυχα και τέτοιες απορίες θα φαίνονται ανούσιες και παιδιάστικες. Τα ουράνια τόξα, που οι ρομαντικοί κάποτε καβάλησαν για να φτάσουν έναν έρωτα απόμακρο, θα είναι απλά φυσικά φαινόμενα δίχως επιρροή πάνω στη ζωή ή έστω στη σκέψη μας. Και τότε τάχα η ζωή θα φεύγει σα μια ρόδα εκτός πορείας;..

[Μεγάλωσες κι έχεις αλλάξει στ’ αλήθεια… Ψυχή μου το ξέρω, έβγαλες φτερά· φύγε, φύγε μακριά.]

Πάντως, αν με αγαπήσουν κάποιοι άνθρωποι, θα προτιμήσω να συμβεί γι’ αυτό που σίγουρα ήμουν, γι’ αυτό που μάλλον είμαι και για ό,τι τελικά καταλήξω να είμαι. Ό,τι αγαπάμε αληθινά μένει αγαπημένο μέσα στα χρόνια… Κι αν κάποτε αφεθεί στις σκόνες μιας λήθης ή μιας αδιαφορίας, με τον καιρό, πιστεύω, θα λάμψει πίσω από την αχλή του κόσμου σαν ένα νόμισμα που περιμένει δίκαια την εξαργύρωσή του.

17.2.11

Πρέπει να έρθεις...



Αυτοί που ξέρουν να πετάνε ψηλά
κάποιος μου είπε πως τρεκλίζουν στη γη
Αν η αγάπη δίνει φτερά
πες μου πώς βρέθηκαν σ' αυτό το κλουβί

Έχω χιλιάδες κλειδιά που ανοίγουν καρδιές
μα δεν ταιριάζουν στην πόρτα της δικιάς μου φυλακής
Κάποιος πρέπει να με βγάλει πριν να 'ναι αργά
πρέπει να έρθεις, μόνο εσύ μπορείς...

Αυτοί που φύγαν από καιρό στα βαθιά
απ' όσο ξέρω δε μιλούν πολύ
Έχουν κάτι παλιά, σκοτεινά φυλαχτά
που όλο τα στρέφουν στην ανατολή

Είδα χιλιάδες κεριά, αναμμένες καρδιές
στην καταιγίδα μιας φοβερής σιωπής
Όλες αυτές οι στιγμές, σταγόνες μικρές
σταγόνες μιας μεγάλης βροχής...

Αν έρθεις απόψε τη νύχτα,
όλα τα αστέρια θα πέφτουν για μας...

Είδα χιλιάδες κεριά, αναμμένες καρδιές
στην καταιγίδα μιας φοβερής σιωπής
Πρέπει να έρθεις πριν να 'ναι αργά
πρέπει να έρθεις... μόνο εσύ μπορείς...