26.2.09

"Μπήκα σ’ ένα πλοίο φορτωμένο ήλιους"


Μπήκα σ’ ένα πλοίο φορτωμένο ήλιους
Και φως ανεξερεύνητο και λάμψεις παιδικές
Μετά το τέλος, το χαμό, της μπόρας τον αχό
Και την πλημμύρα μιας ζωής
Που χρόνια πρόσμενε να έλθει να με βρει

Ξεκίνησα

Μετανιωμένος, πιο άνθρωπος κι ίσως πιο μαγεμένος
Από τον κόσμο τον απλό και τόσο λατρεμένο
Να σ’ αγαπώ κι ας μην τολμώ στιγμή να σ’ ακουμπήσω


Γαλήνη του μυαλού μου εσύ, ωκεανέ μεγάλε
Από την άκρη σου ως εκεί που μάτι δεν αγγίζει
Χίλια φιλιά αν σου χρώσταγα θα ξόδευα τα πάντα
Γαλήνη μου
Να στα ‘δινα κι ας έμενα στο δρόμο
Δίχως τα πάντα πού ‘ψαχνα

Αρκεί να με κρατούσες
Κι εγώ ας μη σε άγγιζα

Αρκεί να με κρατούσες

Κρέμασα τ' όνειρο

Κρέμασα τ' όνειρο μια νύχτα ξεχασμένη
από τα μάτια και τα λόγια κάθε ανθρώπου
Σ’ ένα φεγγάρι εμπρός γονάτισα,
προστάτεψα τα χέρια μου απ’ το μένος
και ρώτησα δειλά τι μου αξίζει.

Αντίκρυ η θάλασσα – εσύ κάπου κρυμμένη –
να προσπαθεί αδιάκοπα να φτάσει
εδώ που χάθηκαν οι τελευταίες μας λέξεις…

Μετανιωμένος άφησα τη μνήμη μου
κι έφυγα αμίλητος…
Σκόνη. Μια μουσική από παλιά
στο βάθος, ίσα που να προκαλεί
το τρέμουλο στα στήθια.
Κι εσύ αλλού, μετά το χθες
δεν είχες πού να μείνεις –

δε σ’ άφησα.

Κρέμασα τ' όνειρο εχθές κι ύστερα τέλος,
πήγα και χώθηκα στο μάταιο των χρόνων.
Σταλιά μου εσύ και δρόσισμα δε σου ‘φτασα,
αλήθεια.
Μονάχα έκαψες κι εσύ ένα κομμάτι,
να μου δανείσεις μια φορά
να έχω ν’ απαρνιέμαι.

Σε άφησα

μέσα στο έρημο τοπίο ν’ ανασαίνεις –
σαν ξεχασμένο άκουσμα, σα νότα, σαν εικόνα.
Όπως το πρώτο απόγεμα που σ’ είδα και σε είχα
ολόδική μου, γυάλινη, εύθραυστη, μαγεμένη.

(Απόψε μοιάζει να ‘ρχεται ανένδοτα ο κόσμος
ευθεία προς το αλώβητο κομμάτι της ψυχής μου…

Αν λαβωθώ θα το δεχτώ,
αρκεί να μην πονέσεις –

αρκεί να ξεχαστώ κι εγώ μαζί με όλα τ’ άλλα…)